Αλιεία
μικρής έντασης παραδοσιακή παράκτια αλιεία
μικρής έντασης παραδοσιακή παράκτια αλιεία
Ιστορικά, ο Αμβρακικός Κόλπος υπήρξε μια περιοχή παραδοσιακής αλιείας υψηλής εξάρτησης με μικρής έντασης παράκτια αλιευτικά εργαλεία, η οποία λειτουργούσε είτε στον κόλπο είτε στις λιμνοθάλασσες που εκτείνονται περιμετρικά.
Η μειωμένη αλατότητα και η αφθονία των θρεπτικών ουσιών που παρέχονται από τη ροή των ποταμών στον Κόλπο προσελκύουν την είσοδο μεγάλου αριθμού ψαριών από το Ιόνιο Πέλαγος.
Η ύπαρξη ενός εκτεταμένου δικτύου λιμνοθαλασσών, βρεφοκομείων ψαριών, συμβάλλει σημαντικά στον πλούτο των ιχθυαποθεμάτων του Αμβρακικού Κόλπου. Αυτές οι διαφορές χαρακτηρίζουν τόσο τον άξονα βορρά-νότου όσο και τις περιοχές της ανατολικής και δυτικής λεκάνης, οι οποίες παρουσιάζουν διακριτά χαρακτηριστικά. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η περιοχή στην είσοδο του Αμβρακικού Κόλπου, το κανάλι επικοινωνίας μεταξύ του κόλπου και του Ιονίου Πελάγους, η οποία απεικονίζει μοναδικά χαρακτηριστικά και εξαιρετική σημασία.
Σημαντικά αλιευτικά λιμάνια όσον αφορά στον αριθμό των αλιέων και στον αριθμό των αλιευτικών σκαφών αποτελούν η Πρέβεζα, η Κορωνησία, η Σαλαώροα, το Μενίδι, η Αμφιλοχία και η Βόνιτσα. Αν και ο αριθμός των επαγγελματιών παράκτιων αλιέων που δραστηριοποιούνται στον κόμπο αυξήθηκε σημαντικά κατά τη δεκαετία του 1980, εντούτοις, παρατηρείται μια μείωση του αριθμού των αλιευτικών σκαφών κατά τα 30 τελευταία χρόνια, παρόμοια με τη μείωση του στόλου της παράκτιας αλιείας στην ελληνική επικράτεια. Τα επαγγελματικά αλιευτικά σκάφη είναι ελλιμενισμένα σε φυσικά προστατευμένους αλιευτικούς λιμένες, γεγονός που μειώνει το συνολικό κόστος της δραστηριότητας και αποτρέπει την περιβαλλοντική υποβάθμιση.
Ο Αμβρακικός Κόλπος είναι μια ιδιαίτερα κλειστή περιοχή και, ως εκ τούτου, η αλιεία έχει προσαρμοστεί σε αυτήν την κλίμακα του χώρου. Στην πραγματικότητα, οι τεχνικές προδιαγραφές του μικρής κλίμακας αλιευτικού στόλου εναρμονίζονται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κόλπου, παρουσιάζοντας χαμηλή αναλογία χωρητικότητας/ολικού μήκους (0,20) σε σύγκριση με την ελληνική μέση τιμή (>0,40), αλιεύοντας σε ρηχά νερά, μικρές αποστάσεις, έξω από λιμνοθάλασσες και κλειστούς κόλπους. Ο στόλος της μικρής κλίμακας χαρακτηρίζεται επίσης από αλιευτικά σκάφη χαμηλού κόστους, εξοπλισμένα μόνο με βυθόμετρο (80%), ενώ μόνο το 10% διαθέτει κάποιο άλλο όργανο εκτός από το βυθόμετρο. Τον παραπάνω παράγοντα ενισχύει το γεγονός ότι η μέση ηλικία των αλιευτικών σκαφών αυξάνεται, με την πλειονότητα του στόλου (6-9 μέτρα) να είναι άνω των 35 ετών, γεγονός που συνδέεται επίσης με την ηλικία των αλιέων.
Οι αλιείς στον Αμβρακικό Κόλπο δαπανούν συνολικά λιγότερο χρόνο σε αλιευτικές δραστηριότητες, μια τάση που ενισχύεται από τα παραδοσιακά, μικρού μεγέθους, αλιευτικά σκάφη με χαμηλή ιπποδύναμη μηχανής και χωρητικότητα, καθώς και από τα ειδικά χαρακτηριστικά του οικοσυστήματος. Επιπλέον, η μέση διάρκεια του αλιευτικού ταξιδιού δεν διαφέρει σημαντικά μεταξύ των εποχών. Αντίθετα, ο πραγματικός χρόνος αλιείας τείνει να είναι υψηλότερος την άνοιξη και το καλοκαίρι, ενώ ο μέσος χρόνος που δαπανάται για την προετοιμασία των αλιευτικών εργαλείων αυξάνεται ελαφρώς κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
Ο Αμβρακικός Κόλπος εμφανίζει όλα τα χαρακτηριστικά μιας περιοχής εξαρτώμενης από την αλιεία σε κρίσιμη κατάσταση και θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με προσοχή, καθώς η αλιεία είναι κοινωνικά ριζωμένη και ιδιαίτερα σημαντική όσον αφορά την απασχόληση και την πολιτιστική συμβολή.